άντρον

Κοίλωμα μέσα σε βράχο, σπήλαιο. (Ανατ.) Ονομάζονται έτσι ορισμένες κοιλότητες του ανθρώπινου σώματος. Τα είδη των α. αυτών είναι: Ιγμόρειο ά.: κοιλότητα που βρίσκεται στην άνω γνάθο και είναι γνωστή επίσης και ως γναθιαίον ά. Μαστοειδές ά.: κοιλότητα που βρίσκεται στη μαστοειδή απόφυση και συνδέεται με το μέσο αφτί. Πυλωρικό ά.: μέρος του στομαχιού που βρίσκεται μπροστά από τον πυλωρό.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἄντρον — cave neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δικταίον άντρον — Σπήλαιο της Κρήτης, στο οποίο, σύμφωνα με τη μυθολογία, γεννήθηκε ο Δίας. Βρίσκεται στη βόρεια πλευρά της Δίκτης σε υψόμετρο 1.000 μ. και υπάγεται στον δήμο Οροπεδίου Λασιθίου. Το σπήλαιο χαρακτηρίζεται για την επιβλητική του είσοδο, τα… …   Dictionary of Greek

  • Ιδαίον άντρον — Σπήλαιο της Κρήτης στη βόρεια πλαγιά της Ίδης, στο οροπέδιο Νίδα. Εκεί κατά την παράδοση γεννήθηκε και ανατράφηκε ο Δίας. Τα πολυάριθμα αναθήματα που βρέθηκαν εκεί μαρτυρούν ότι η λατρεία στο σπήλαιο άρχισε από την προϊστορική εποχή και… …   Dictionary of Greek

  • Νεκέρ ντε Σοσίρ, Αλμπερτίν Αντρόν — (AlbertineNecker de Saussure, Γενεύη 1766 – Μορνέ, Άνω Σαβοΐα 1841). Ελβετίδα συγγραφέας και παιδαγωγός. Κόρη ενός διάσημου φυσιοδίφη, παντρεύτηκε τον Ζακ Νεκέρ, ανιψιό του υπουργού του Λουδοβίκου ΙΣΤ’ και υπήρξε ξαδέλφη της Κυρίας ντε Σταελ.… …   Dictionary of Greek

  • Πανός άντρον — Σπήλαια της Αττικής καθιερωμένα στα αρχαία χρόνια ως ιερά του Πάνα. 1. Στη βορειοδυτική γωνία της Ακρόπολης της Αθήνας. Μπροστά στην είσοδό του υπάρχει στο βράχο μια στρογγυλή ρωγμή, ίσως ο τάφος του Ερεχθέα, που τον σκότωσε ο Ζεύς ή ο Ποσειδών.… …   Dictionary of Greek

  • Σιμπλινί, Αντρόν Τομά Περντού ντε- — (Subligny). Γάλλος συγγραφέας (1636 1696). Ήταν δικηγόρος του γαλλικού Κοινοβουλίου και διακρίθηκε σαν ποιητής, μυθιστορηματογράφος και κριτικός. Από τα έργα του αξιολογότερα θεωρούνται: Το ποίημα Μούσα, η διάδοχος του θρόνου (1665 67), το… …   Dictionary of Greek

  • τἄντρον — ἄντρον , ἄντρον cave neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄντρω — ἄντρον cave neut nom/voc/acc dual ἄντρον cave neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄντρα — ἄντρον cave neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄντροιο — ἄντρον cave neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.